Thursday, March 29, 2012

copos

...άφησα τότε το σχοινί. Κανονικά σε ένα μέτρο το πολύ
έπρεπε να υπάρχει πάτωμα.
Άρχισα να πέφτω χωρίς σταματημό.
Μόνο το πρώτο δευτερόλεπτο φοβήθηκα. Ήξερα έπειτα πως δεν υπάρχει τέρμα.
Κρίμα που ήταν όνειρο...
Κρατιέμαι κάμποσο καιρό απ' το σχοινί.
Όχι που κουράστηκα μα... σκέφτομαι να τ' αφήσω


Χιόνι

Μια μέρα βγήκα στον καιρό
στου Φθινοπώρου το φευγιό
σ’ ένα μπαλκόνι
της χειμωνιάς τον ερχομό
είδα σαν όνειρο τρελό
κι έριχνε χιόνι.
Νιφάδες σπίθες σα φωτιά
Καλοκαιράκι του χιονιά
μες στη λιακάδα
και το βραδάκι σα σκιές
φθάσαν τριγύρω μου ψυχές
απ’ τον Καιάδα.
Ύστερ’ αρχίνησε γιορτή
και μου μιλούσε μια ψυχή
για κάποιο τάμα
χέρι’ απλωνόταν να τραβούν
σπαθιά χτυπούσαν να κοπούν
κι ούτ’ ένα κλάμα.
Βγαίναν φωνές απ’ τη σιωπή
στις λέξεις και στη μουσική
να με πηγαίνουν
μου ‘δωσαν λέει δυο φτερά
μου ‘παν και τα ‘κρυψα καλά
να με ζεσταίνουν.
Κι έπεφτα δίχως αφορμή
μαύρο πηγάδι και βαθύ
δίχως να φτάνω
στάθηκε ο χρόνος μ’ ένα φως
φάνηκε κάτ’ ο ουρανός
κι έγινε πάνω.
Στα πόδια μου έτρεμε η στεριά
κόκκινο χρώμα πυρκαγιά
και μια πηγούλα
σε κάποια πόλη στο βορρά
μου γέλασε η πρωτοχρονιά
κι ήρθ’ η αυγούλα.
Μια μέρα μπήκα στον καιρό
όνειρο γίνηκε τρελό
έριχνε χιόνι
πως οι νιφάδες οι λευκές
ήτανε λέει προσευχές
κι εκεί τελειώνει.

αφίλητος


 ...δε με στοιχειώνει Εκείνος
μα όσοι έχει πάρει...

Tuesday, March 27, 2012

Σιγαλιά

Είπα του Καδή μην ξανάρθει.
-Ακόμη κι έτσι να είναι, δεν έχεις τίποτα καινούργιο να μου πεις...
Άσε με μέσα δω να περιμένω
και μη σε μέλει τι όπως και μένα
δε με μέλει πότε η αν.
Δε μοιάζω Καδή, διόλου δε μοιάζω
και θα τρομάξεις πιότερο από μένα
παρά εγώ που μου θυμίζεις τάχα τι είμαι...
Μια λέξη εξάλλου, θέλει μόνο μια στιγμή για να 'ρθει
και θα 'δινα πιο πολλά για μια λέξη.

Οι φίλοι φεύγουν


Οι φίλοι φεύγουν Κυριακή
για πάντ’ απ’ το τραπέζι
κλείνεις τα μάτια ν’ ακουστεί
χρυσό βιολί να παίζει.

Κι όσο να ρίξεις τη ρακή
μες στ’ αδειανά ποτήρια
έχει στερέψ’ η προσευχή
σφαλούν τα παραθύρια.

Τα βράδια στέλνουν αστραπές
να σχίζουν καταιγίδες
μα τρομαγμένος, τις στιγμές
δεν πρόλαβες, δεν είδες.

Σύννεφο μοιάζουν μακρινό
τους κυβερνάει τ’ αγέρι
κι εσύ σε ξάστερο ουρανό
τη νύχτ’ απλώνεις χέρι.

Κρέων που τα χαμόγελα
απλόχερα μοιράζει
μα τα ψηλά διαζώματα
τα θέρισε τ’ αγιάζι.
 
Καράβια σάλπαραν αργά
την άγκυρα σ’ αφήσαν
κι εσύ ρωτάς τη μοναξιά
γιατί δε σε ξυπνήσαν.

Οι φίλοι φεύγουν σιωπηλά
καθένας κι ένα δρόμο
κι εσύ ζητάς στα σκοτεινά
τ’ ανύπαρκτου το νόμο.

αφίλητος


...στη σιγαλιά αφουγκράζομαι
μα η φασαρία τους μου λείπει...

Sunday, March 25, 2012

Στη σκιά του δέντρου

...μ' ένα μεγάλο μάτι...



Darkwave

Τη μια γελούν και χαιρετίζουν
την άλλη με καλωσορίζουν
την τρίτη ο δράκος καταπίνει
και στα σκοτάδια του με κλείνει.

Βροχή κι αγιάζι μένουν έξω
κι αν τη σιωπή μπορώ ν' αντέξω
μπορεί κι αυτός να με σκεπάσει
κι ένας τοξότης μ' έχει χάσει.


Σκιές μαζί που ροβολάμε
τα μάτι' ανοίγουν και μιλάμε
κανείς δεν ξέρει που πηγαίνω
καθ' απ' το δράκοντα που βγαίνω.

Στρείδια τριγύρω και κοχύλια
στέγνωσαν πια τα δυο μου χείλια
κι οι μηχανές γεμίζουν λάθη
“κάτι μας πέρασε κι εχάθη”.

Με σπρώχν' η κούραση ν' αράξω
αύριο θα βγω να ξαναψάξω
θηλιά και σφίχτηκε το πρέπει
νιώθω σαν Κάποιος να με βλέπει.

Στη χάση τ' όνειρο με παίρνει
και μιαν εικόνα σου μου φέρνει
να 'σαι στους μέσα η στους απ' έξω
“φωτιά στην ένα” κι όσο αντέξω.

Σπίτι στη γη σου μου 'χεις κάνει
ένα μαρμάρινο λιμάνι
κάθε που σπάει το κύμα μπρος μου
πισωπατάει ο θάνατος μου.

αφίλητος

...μαργαριτάρι...

Saturday, March 24, 2012

Ρομφαίες


...θα μ' έπαιρνες εκεί;


Στο βάλτο
Άλλο δυο πόδια μοναχά κι άλλο φτερούγες
γελάς με πάθος, βγήκ’ ο χάροντας στις ρούγες
τα τείχη κλείσαν κι όσοι απόμειναν στην πόλη
τα σπίτι’ αφήσαν τους θερίζει μια πανώλη.

Μου ‘χεις χαρίσει σε καράβι το τιμόνι
τρυπάω το δέρμα μια σουβλιά γιατ’ ήρθες μόνη
κι ενώ δε νιώθω το πηδάλι να κρατήσω
ανοίγεις φλόκο και την τάρα ρίχνεις πίσω.

Δείξε μου, μέσα στον εξάντα, τις Πλειάδες
στο βάλτο κύματα ξεσπούν οργιές χιλιάδες
φάρο σε βλέπω στο Μυστρά, είτα σε χάνω
κομμάτια γίνετ’ η Αργώ πάνω στην άμμο.

Κάθε σου λέξη δυο καμπάνες του θανάτου
χίλιες ψυχές με λύσσα σπρώχνονται σιμά του
καθώς μιλάς σ’ αυτόν που μοιάζει, μα σε βλέπει
και σε ζητά έξ’ απ’ τις μάχες και τα έπη.


αφίλητος

...των αρχαγγέλων το σπαθί...

Tuesday, March 20, 2012

Απ' τα 8 στα 35

'Ανοιγε ξάφνου το βραδάκι η πόρτα κι έμπαιναν οι πρώτοι.
-Ήρθαμε για το έργο...
Έβγαιναν μετά στο μπαλκόνι και κάθονταν.
Όταν δε γέμιζαν τον πάγκο, έμενε θέση και για μας τα μικρά.
Εκεί γνώρισα τον κλέφτη της Βαγδάτης, εκεί την Onibaba, εκεί...

Ήταν Καλοκαίρι... στο σινεμά

...και τι πειράζει που βρέχει; ας το παίξει για μας...

...γιαγιά πες του να μη βάζει Τούρκικα...

Sunday, March 18, 2012

Μαντεψιές


τι θα πει ποιός απ' τους δυο;
τρεις βλέπω...


Έλα

 Έλα μαζί μου ένα ταξίδι στην καρδιά
σε λίμνη αιμάτινη χρυσό να πέφτεις κέρμα
ένα ταξίδι που δεν τρέμει τη σκουριά
δίχως καράβι, δίχως μπούσουλα και τέρμα.


Έλα μαζί μου να μου δείξεις τα φτερά
χωρίς το κέλυφος γυμνός θα το μπορέσω
μ’ αν δε με ψάξεις, στη δροσιά, στα σκοτεινά
δε θα μου λιώσει το κερί και δε θα πέσω.
 

Άκου μια νύχτα της ψυχής μου μια κραυγή
γίνε ποτάμι που φουσκώνει κι άγρια δίνη
ν’ ανοίξει ο θάνατος την πόρτα να μου πει
ήρθα μα φεύγω γιατί ανήκεις πια σ’ εκείνη.


Έλα μαζί μου ένα ταξίδι στην καρδιά
μα μη σκεφτείς να προδοθείς για να με σώσεις
δείξε μου μόνο πως φιλούν στα σκοτεινά
γιατ’ είμαι ξένος κι ίσως έτσι με σκοτώσεις. 
 αφίλητος

...το έτσι δε θα στο πω...
...ακόμα...

Saturday, March 17, 2012

sparrows

Ααααααα! μια μέλισσα!
Παράξενο πως τρόμαζε με τις σφήκες.
Σηκώθηκα και την πλησίασα...
Πετάχτηκε μπροστά μου. 
Μη! Μη τη σκοτώσεις!
Δε θα σκοτώσω κανένα, της είπα...
Παραμέρισε κι άνοιξα το παράθυρο.


Κοπάδι

Ήρθ' ένας ξένος ανάμεσά μας
και μεγαλώνει μέρα τη μέρα
επιβουλεύεται τη χαρά μας
τον Ήλιο θέλει και τον αέρα.

Σαν όλ' οι άλλοι δεν περπατάει
ούτε γυρίζει γύρο το γύρο
κι αυτή η ουρά του μας ξεγελάει
αχ πόσο θα 'θελα να τον δείρω.

Κακό θα γίνει αν τον κοιτάτε
αλλάζει σχήμα όλη την ώρα
κρύβει τον Άρη, μην του μιλάτε
πρέπει να φύγει εδώ και τώρα.

Δεν περιμένουμε να ενοχλήσει
υπάρχει μόνο και διαφέρει
θα του φωνάζουμε ν' αποχωρήσει
καινά δαιμόνια θέλει να φέρει.

Είπ' ο παππούς μου πως τον γνωρίζει
έχει ξανάρθει φορ' άλλη μία
μπαρούτι γύρω θαρρώ μυρίζει
τι τάχα κάν' η αστυνομία;

Τότε τον διώξανε κι έκανε πίσω
σε μια πορεία στ' άστρα χαμένη
φεύγω τους φώναξε δε θα γυρίσω
τολμά στο σπίτι μας και ξαναμπαίνει!

 

Δεν ενδιαφέρομαι αν τον πονάνε
λόγια και πράξεις μας και μυξοκλαίει
αφέντες είμαστε και δε χωράνε
ξένοι στο σπίτι μας, άσ’ τον να λέει.

Άκου τι ψέματα λέει ο αλήτης
ο Ήλιος σ' όλους μας είναι πατέρας! 
Είμαι πλανήτης κι είναι κομήτης
είμαι παιδί του κι είν' ένα τέρας.
  
αφίλητος


 γιαυτό νιώθω τόσο όμορφα όταν μου μιλάς... 

Friday, March 16, 2012

Οι φίλοι

...χαρούμενα όπως πάντα πετάχτηκε απ' την πόρτα.
Ξαφνιάστηκα, κόντεψε να με ρίξει κάτω...
Εδώ είσαι, της είπα. Ποιός σ' έφερε, πότε;
...
Χαζούλη, απάντησε, τι νόμισες;
Το μόνο που χάθηκε ήταν το τηλέφωνο...
πνίγηκε το καημενούλι...


Φίλος

Ξεχύθηκε αναπάντεχα
ο φίλος στο δρομάκι
είδα στο φως και τ' άντεχα
του κόσμου το φαρμάκι.

Στα δυό του μάτια τα βαθιά
στα σάλτα τα μεγάλα
με χάνει και μ' αναζητά
σε μια τρελή τρεχάλα.

Κι όπως δεν ξέρει να μιλά
ο φίλος ο καλός μου
πάσχιζε για να με τραβά
στους ζωντανούς του κόσμου.

Αυτόν που ξέρει ν' αγαπά
και π' αψηφά το χρόνο
θα του χαρίζω μι' αγκαλιά
και δυό φιλάκια μόνο.

Ξέρει στα μάτια να μιλά 

τα μάτια να διαβάζει 
τον πόνο ξέρει μαγικά
στα δόντια του ν' αρπάζει.

Ο Νταλί είναι καμμιά φορά ανυπόφορος. Ο Νταλί?

...στο μαυρούκο που πέταξε... 


Tuesday, March 13, 2012

Dodesukaden

 
  Θερινό σινεμά

  Ήρθαν χαράματα και φέρανε μαζί
  φαρμάκι γράμματα να πιώ να μεταλάβω
  μια πινακίδα που σκοτώνει για να ζεί
  και να δοξάζει θυρεός τον εργολάβο.

  Όλος ο κόσμος πόχε χτίσει μια καρδιά
  σβήνει στο φως, τον αφανίζουν οι αχτίδες
  και τα καθίσματα ντυμένα στα λευκά
  γίναν κουρέλια σάπια σίδερα και βίδες.

  Σχισμένες σέρνονται τ' Ακίρα οι μορφές
  μικρά προσκέφαλα παιδιών αποδιωγμένων
  θα ψάξουν αύριο καινούργιες γειτονιές
  ψυχές εξόριστες των καταφρονεμένων.

  Μάνα των κόσμων χρόνια τώρα πια βουβή
  έφυγε χτές πάνω σε Ντάτσουν φορτωμένη
  βέργα θα λιώσει στο τσιμέντο να κρυφτεί
  παρά κρυμμένη στη σκουριά ν' αργοπεθαίνει.

  Ατσάλι κίτρινο το τέρας στη γωνιά
  δάκρυ σταλάζει μαύρο λάδι στο σοκάκι
  με την αυγούλα στ' οδηγού την απονιά
  θα μπεί στη μάχη τυφλωμένο στρατιωτάκι.

  Χιλιάδες όνειρα θαμμένα στη σιωπή
  σε μια καρότσα ανατροπή θα τα χωρέσουν
  ένας μαντρότοιχος και μια μικρή σκεπή
  μπάζα παράνομα σε ρεματιά θα πέσουν.
 
  Κι εγώ σαν ίσκιος θ' απομείνω στις σκιές
  να ζητιανεύω χρόνι' ασπρόμαυρα σαν πρώτα
  πικρός δραπέτης σάμπως ξέφυγ' απ' το χτές
  σε μιαν οθόνη του μυαλού να ψάχνω φώτα.


 ...έτοιμο το σπίτι...
κρύψτο, κρύψου, όλα κρύψτα πίσ' από τις λέξεις...

Ει, Rumpelstiltskin!

Τον είπατε άγγελο κι εγώ δαίμονα.
Πολλές φορές ρωτήθηκα γιατί το κάνει αυτό.
Τούτη η μουσική όμως με κάνει να σκέφτομαι...
Ίσως τελικά να με κρατά εδώ
για κάτι που έχω κάνει. Φριχτό ίσως...
Κάτι που ξέχασα ενώ δε θα 'πρεπε.
Όμως γι' αυτό θα θυμηθώ να γράψω άλλη φορά...



Πηδώντας στα ποδάρια τα φριχτά μου
χορεύω μα κανείς σας δε με βλέπει
τη σκούφια μου κατέβασα στ’ αυτιά μου
άλλη μια μέρα θα ‘μαι καθώς πρέπει.

Ως να ‘ρθει αυτή που στ’ άγγιγμα μου τρέμει
κι αντέχει την αλλόκοτη θωριά μου
χρυσή κλωστή θα κλώθω στην ανέμη
κι οι μάγισσες θα κλέβουν τα όνειρά μου.

Σκυλιά και τόξα ξιπασμένα λόγια
σ’ απάτητα ρουμάνια με γυρεύουν
μα μες στης αγοράς τα καταγώγια
ποιους θάνατους μαθαίνουν να λατρεύουν.

Βαθιά μες στην ομίχλη με κοιτάζεις
και δεν υπάρχει τίποτα τριγύρω
στις μνήμες τις θολές μου μ’ αγκαλιάζεις
στο πλάι σου σαν άνθρωπος να γείρω.

Σκυφτός και σιωπηλός θα σ’ ανταμώνω
ο θρόνος σου φιλί το σκήπτρο χάδι
κι αν θέλεις να με δεις θα φτάνει μόνο
τα μάτια σου ν’ ανοίγεις στο σκοτάδι.

Τα βράδια που τη θύρα σου κλειδώνεις
πασχίζω να προδώσω τ’ όνομά μου
αν μάθεις ξαφνικά να με σκοτώνεις
ζωή θα πλημμυρίσεις τη νυχτιά μου.

...μην αερίσεις...μυρίζει όμορφα...θάνατο...

Sunday, March 11, 2012

Scrabble

-Γαλισιανά μήπως;
-Αν είναι Γαλισιανά τη βάψαμε...
-Έλα το βρήκα, Ισπανικό είναι, θα το μεταφράσει η κόρη μου...

Διάλεκτοι

Τις νύχτες μεταφράζω τις διαλέκτους
σα να ‘χαν τάχα κάτι να μου πούνε
με προλαβαίνει ο ήλιος, δε μιλούνε
κι εγώ παλιάτσος μες στους επιλέκτους.

Στου νότου τ' ακρογιάλια τριγυρίζω
τ' ωκεανού τα κύματα με δέρνουν
παράξενα μηνύματα μου φέρνουν
με προσπερνούν σαν τα καλωσορίζω.

Μονάχα η σκέψη τρέμει το σκοτάδι
γιατ' ήξερα τα μάτια να τα κλείνω
φεύγει κι εκείνη που έμαθα ν' αφήνω
και μ' έχει ο εαυτός μου καταλάβει.

Κι όπως οι λέξεις παίζουνε μαζί μου
παίζω κι εγώ κρυφτούλι με το χρόνο
το ξέρω θα μ' αφήσει πάλι μόνο
μέχρι να μάθω πια την προσευχή μου.

Γλιστρήσαν οι εικόνες σε πηγάδι
αυτές που περισσέψαν και μου φεύγουν
οι λέξεις που φιλούσα μ' αποφεύγουν
και βλέπω στα ρηχά το παραγάδι.
 
...δειλά δειλά κοιτάμε πίσω από τις λέξεις
μα κάποτε πίσω απ' το χρόνο θα κοιτάμε...

Saturday, March 10, 2012

Βροχή


...άνοιξε ξάφνου το κουτάκι -δε μου 'χε πει το παραμικρό- και τον είδα για πρώτη φορά.
Θυμάμαι, το ίδιο ξαφνικά -εγώ που φοβάμαι και δε φιλώ- την άρπαξα, τη φίλησα
και... σφίχτηκε πάνω μου...



Ύστερα

Ο φίλος μου βουβάθηκε
και θέλει πια να φύγει
στο κομοδίνο στάθηκε
κι αυτή η ματιά με πνίγει.

Δεν πρόκαμε να μου το πει
γι’ αυτούς που περιμένουν
πως δεν αλλάζουν οι θεοί
κι οι άνθρωποι πεθαίνουν.

Ο φίλος μου λυπήθηκε
στου μπαλκονιού την άκρη
το γέλιο μου θυμήθηκε
και μ’ άφησ’ ένα δάκρυ.

Ύστερα πήδηξε μακριά
να βρει το παραμύθι
μου ‘δινες φίλε τη χαρά
ας μου ‘φερνες τη λήθη.

Πρόλαβε μόνο να μου πει
για κείνη που ‘χα ταίρι
να μην πιστέψω τη βροχή
κι ας κρύφτηκε τ’ αστέρι.

Και μια φωνούλα θ’ αντηχεί
τις νύχτες που κοιμάται
μα δε θα ξέρει να μου πει
τα λόγια μου αν θυμάται.

  
 ...να δεις που θέλει να με φιλήσει...

Friday, March 9, 2012

Κορφές


Είπα του Σιωπή και του Ξεχνή και των άλλων
ότι σε πίστεψα.
Ψες ολάκερη τη νύχτα μιλιά δεν έβγαλαν.
Μα ούτε και ροχάλισαν, στάθηκαν ξάγρυπνοι.
Κάτι σάμπως να τους ησύχαζε... η τους τρόμαζε.
Ευκαιρία να κοιμηθώ ένα βράδυ.
Ευκαιρία να ξυπνήσω ένα πρωί...


Σε κάποιο κέρινο βουνό
μένει ένα πλάσμα π' αγαπώ
τα βράδια σαν κοιτώ ψηλά
χλωμά μου φέγγουν δυό κεριά.

Ταξίδια κάνω με το νου
της λέω αλλού και πάω αλλού
στην πολυθρόν' αναζητώ
να ταξιδέψω, να πνιγώ. 

Τις νύχτες καίγεται η ψυχή
χύνεται λάβα το κερί
χαράματα σαν σηκωθώ
έχει ψηλώσει το βουνό. 

Είναι μια φλόγα που μιλά
το χρόνο μόνο μια φορά
κι ύστερα μέσα στο κερί
σκαλίζει αγάλματα βουβή.

Μου ‘χει δανείσει μια φωτιά
μέσα μου καίει τα δειλινά
να μη μου σβήσει αναρριγώ
προτού προλάβω και χαθώ.

Κι όσο θα ψάχνω για πανί
θα φεύγω μόνος μου από κει
κι αυτές οι πύρινες αιχμές
θα μου ματώνουν τις πληγές.

Ήταν νωρίς να ορκιστώ
και πάλι βράδιασε θαρρώ
κι όπως με βλέπει θ' απορεί
τι τάχα μου ‘λειψε η πηγή.

Θέλω να μείνω ένα μηδέν
μα τα φαντάσματα μου λεν
για κάποιο πλοίο βραδινό
κι έτσι της φεύγω και πονώ. 

Σε κάποιο κέρινο βουνό
κρύβετ’ εκείνη π' αγαπώ
λούζει με φλόγα το κερί
τρέμω μη λιώσει και χαθεί.

αφίλητος 2010

 ...χωρίς καν τους κακούς εμάς...

Thursday, March 8, 2012

Juggernaut

Ποιοι;

http://dcbats2000.deviantart.com/art/Werewolf-292666970

Αυτοί δεν υπήρχαν. Μορφές θαμπές, κατασκευασμένες.
Των παραμυθιών της γιαγιάς οι λύκοι. Λύκοι που δεν πρόλαβα να της δείξω.
Αυτοί δεν υπάρχουν. Φωνές που άρπαξε ο άνεμος από την κόλαση. Κόλαση των ψυχών,
μα αν ήταν ψυχές δεν θα 'ταν κόλαση, πάλι χωρίς ψυχές κόλαση δεν υπάρχει.
Αυτοί δε θα 'ρθουν ποτέ. Τενεκέδες στοιβαγμένοι, μισογεμάτοι σκόνη.
Σκόνη που έπαψε πια να βρωμάει κακία κι άδικο.
Όνειρο ήτανε, μη φοβάσαι, κοιμήσου...
κοιμήσου...
 
http://commons.wikimedia.org/wiki/File:Lycaon_turned_into_wolf-Goltzius-1589.jpg?uselang=el
  
Hombres lobos

Με μια παράξενη χαρά
έπεσα μες στην αγορά
την ώρα που σχολούσε
κι όπως δε μίλησε κανείς
έχασα τ' άρμα της γιορτής
στην πόλη που τραβούσε.

Ήταν και μια κακοχρονιά
φωνές ροχάλες και σκατά
το στόμα της ξερνούσε
με το 'να μπάτσες και κλεψιές
με τ' άλλο χάδι κι αγκαλιές
στο βλάκα που γελούσε.

Πρώτος σταθμός το μαγαζί
ξύλο και ψέματα μαζί
με κάποιο σιχαμένο
και μια δασκάλα να ρωτά
μ' αυτή να φτύνει ξερατά
σε στόρι κλειδωμένο.

Κάποτε ξάνοιγε ο καιρός
στο πανηγύρι μοναχός
μάθαιν' απ' τους διαβάτες
μα δε μπορούσα να είμαι κει
κάθε που σήμαινε Λαμπρή
γιατ' είχα τους προστάτες.

Μια μέρα χιόνισε βαριά
φύτρωσαν μπράτσα και φτερά
με φίλησε μια λάμια
κι όσους προσκύναγαν χαρτιά
αντί ξυράφια κοφτερά
τους μοίρασα ποτάμια.

Και κάποιο βράδυ σκοτεινό
άναψα φως στον ουρανό
να με δεχτούν τ' αστέρια
κι αν ξαναγύρισα στη γη
έχω αλυσίδα στην ψυχή
και ψάχνω για δυο χέρια.

Τα κτήνη μπαίνουν σε σειρά
καίγονται μ' άγρια μουγκρητά
κανείς τους δε γλιτώνει
κι αν δεν τους κάρφωσα σπαθιές
γλυκές γινήκαν οι νυχτιές
κι ο κόσμος ξημερώνει.

Το στόμα στέρφο και κλειστό
μα βρήκα τρόπο να μιλώ
κι αγκάλιασα τις λέξεις
αν είναι να 'ρθεις να με βρεις
θ' ακούσεις κάτι και θα δεις
που δύσκολα θ' αντέξεις.

Ώσπου θα δω κάποια φορά
μάτια τριγύρω παιδικά
σαν τότε να κοιτάνε
και κάποιες μέρες γιορτινές
γι αυτόν που δε μιλά ποτέ
που πήγε θα ρωτάνε.

είναι ωραία όταν πέφτει έν' αστέρι...
καμμιά φορά κάνω και μια ευχή...

Sunday, March 4, 2012

Τι είπες ;


Ούτε που τους έβλεπε πια, ούτε τους άκουγε.
Το τραγούδι δυνάμωνε ώρα την ώρα κι αυτοί λύσσαγαν και μούγκριζαν ζαλισμένοι.
Άλλος να πασχίζει να κόψει την αλυσίδα που ο ίδιος είχε δεθεί
λες και δεν είχε το κλειδί να ξεκλειδώσει
κι άλλοι έβγαζαν τα βουλοκέρια κι έπεφταν στον πόντο
σε κύματα ψυχρά κι άγρια γεμάτα βράχια κοφτερά.
Άλλοι πάλι ασχολιόνταν ακόμα μαζί του. Τον κοίταζαν
με ματιές παράξενες, σα να τον κορόιδευαν.
Μα κείνος ούτε τους λογάριαζε. Ακουμπισμένος στο σανίδι της κουπαστής
μιλούσε πάντα με το πλάσμα
που ζύγωσε τώρα για καλά και άκουγε
κι αποκρινόταν.
Μη θαρρείς, έλεγε, ένα πλάσμα είμαι κι εγώ κι όλοι μας...

Σαν πέσουν οι μάσκες, τότε φαίνονται καλά οι άνθρωποι και τα στοιχειά...


         Messina


Έξι μου λεν ευχαριστώ
έξι να με διδάξουν
ψες βράδυ σ’ όνειρο κρυφό
στεκόμουν να μ’ αρπάξουν.
 
Οκτώ γυρίζουν και μ’ ακούν
οκτώ μαζί κοιτάζουν
τέσσερ’ ανοίγουν κι αλυχτούν
και θα μιλούν μου τάζουν.

Δώδεκ’ αντάμα, μια χιμούν
μια κρύβονται παρέκει
κάνω σινιάλα να με δουν
και σφίγγω το τουφέκι.
 
Την άμμο νιώθω να κυλά
στην άδεια του θαλάμη
ας ήταν τούτη τη νυχτιά
κομμάτια να με κάμει.
 
Μα δε σκοτώνει τ’ όνειρο
στον Ήλιο μένεις ένας
σιωπή που μ’ έχεις όμηρο
δε μου μιλά Κανένας.
 
Βγαίνω για φρούτα στη στεριά
κι ο νους που κύκλους κάνει
σε βρίσκει στην ακρογιαλιά
σ’ αιμάτινη μελάνη.
 
Κι ενώ δεν ξέρω να μιλώ
φοβάμαι να σιωπήσω
ίσως τον άνθρωπο να δω
το πλάσμ’ αν αντικρίσω.
 
Άστρα θλιμμένα και θαμπά
με ταξιδεύουν πίσω
μα δε νικούν τα λαμπερά
στον κόσμο που θ’ αφήσω.


...δεν ξέρω αλήθεια σε πιο καράβι θ' ανεβώ...

Saturday, March 3, 2012

Μεταμορφώσεις


 -Ήρθε το βιβλίο σας...
-Κιόλας; Πέταξε;


Μπλέκουν στα πράσινα μαλλιά
των πέλαγων τα φύκια
πάνω και κάτω δε μετρά
μήτ’ άδικα και δίκια.

Τη λένε ζήση μα δε φτάνει
και τρέχει ο νους να την προκάμει.

Με βλέπ’ η Όρκα και γελά
μες στη στριγγιά φωνή της
ξένα για μένα τα βουνά
κι η θάλασσα δική της.

Ψηλά πολύ και πιο βαθιά
οι αθάνατοι κοιμούνται
για κάποιο πλάσμα που πατά
οι φλέβες μου δονούνται.

Τη λένε ζήση κι είναι λίγη
πέπλο τους φόβους μας τυλίγει.

Σκοτάδι μύρισ’ η στεριά
και θάνατο τα δάση
ας κόψει κάποιος τη βραδιά
το φως να με ξεχάσει.

Να με ξεχάσει κι η φωνή
που ξέρει να βαδίζει
ίσως την τρέμουν οι θνητοί
πως τις σκιές ορίζει.

Τη λένε ζήση κι άστρα φέρνει 
σαν ένα δώσει, δέκα παίρνει.

Ίσως θελήσει μια καρδιά
το φίλτρο για να πιάσει
ας μου την κλέψει στη νυχτιά
κι αν πάλι δεν προφτάσει

Ίσως θυμάται τον τρελό
το παραλήρημα του
λέξεις να δένει φυλαχτό
πριν φύγει στα όνειρα του...

Τη λένε ζήση μα με πνίγει
τις πύλες του βυθού μ’ ανοίγει.

Θα βρω τη νύμφη την ξανθιά...
με τα λευκά τα στήθια...
θα ‘χω σαν άνθρωπος καρδιά...
θα ‘ναι η αγάπη αλήθεια...
...
Θα διώξω αυτή τη σκοτεινιά...
καράβι θ’ αρματώσω...
θα μπω στου χρόνου τη σπηλιά...
την Κίρκη θα σκοτώσω...



...
Τη λένε ζήση μα τελειώνει
και πέφτει θάνατος το χιόνι...

Thursday, March 1, 2012

Κενό

...και βέβαια δε θα 'πεφτα μαζί σου...

Maria Spelterini 1876
Η γέφυρα μου

Η γέφυρα μου είν’ ένα νήμα
ποια μάγια μ’ άφησαν στη μέση
κάτω βαθιά λυσσάει το κύμα
το στόμ’ ανοίγει σ’ όποιον πέσει.

Η γέφυρα μου είν’ ένας σπάγκος
ο χρόνος πάνω του που τρέχει
πηδώ κι εγώ σα σαλτιμπάγκος
μα δε γκρεμίζει και μ’ αντέχει.

Σ’ ένα γεφύρι, σε μιαν άκρη
είδα κι εσένα να κρατιέσαι
στα μάτια κρύσταλλο το δάκρυ
κι απ’ το Βοριά να μη νικιέσαι.


Έτρεχα τότε να προφτάσω
κι είχα ένα ξίφος σκουριασμένο
το μαύρο ιππότη μήπως χάσω
μήπως δε μ’ έβρει κουρασμένο.

Κι ακόμα τώρα που σε φτάνω
δεν το μπορώ να σε μαντέψω
ποιο λάθος έπρεπε να κάνω
ποιο ψέμα πρέπει να πιστέψω.

Άνοιξη μέσα στο Χειμώνα
ένας Νοτιάς να μη βουρκώνει
είμαι στο μάτι του κυκλώνα
κι έχω στα χέρια μι’ ανεμώνη.

Μας βλέπει τάχα το ποτάμι;
θέλω σφιχτά να σε κρατήσω
είχα μου φάνηκε αποκάμει
κοίτα καλά, θα περπατήσω.

Ξέρω, μπορώ να καταφέρω
στο χάος να χυθώ σα βέλος
μον’ αν θα σ’ άφηνα δεν ξέρω
η θα σ’ αγκάλιαζα στο τέλος.

αφίλητος

...ξέρω...