Monday, February 24, 2014

Sailing



Καραβάκι

Το πλήθος χάθηκε στο δείλι
κι ήρθε θλιμμένο το φεγγάρι
λίγο απ' τ' ασήμι να της στείλει
στο καραβάκι που 'χει πάρει.

Το φως του, στ' ουρανού το γείσο
τ' άσπρα πανιά γλυκά φουσκώνει
σκόρπισ' εκείνη νότες πίσω
και ταξιδεύει τώρα μόνη.

Πόρτες κλειστές μανταλωμένες
μια μελωδία τις ανοίγει
σκιές να ψάχνουν κολασμένες
χαρά που θα 'ναι πάντα λίγη.

Ίσως τη θέλει το σκοτάδι
όμως ο άνεμος την ξέρει
και κάποι' αντένα μες στο βράδυ
στα όνειρα μας θα τη φέρει.

Στο κρύο σώπασαν οι δρόμοι
μ' αν ψάξεις πάντα θ' απομένει
κάποια ψυχή που κλαίει ακόμη
κι όλο μιλά, κρυφά, στην Τζένη.


Friday, November 1, 2013

camps



http://commons.wikimedia.org/wiki/File:Romany_children.jpg

Μαρία

Στις αυλές με τα μάγια
ανθισμένα λουλούδια
κάθε κήπος μια βάγια
τα ποτίζει τραγούδια.

Με χορούς μεγαλώνουν
μ' ένα ντέφι τριμμένο
σε καστρί σκαρφαλώνουν
φορτηγό χαλασμένο.

Τα κουρέλια για μπάλα
για εστία δυο δέντρα
όλη μέρα τρεχάλα
λίγο ασβέστη για σέντρα.

Το χιονιά νανουρίζουν
τη βροχή θα φωνάξουν
τα τσιμέντα ξορκίζουν
“κει μην πας, θα σ' αρπάξουν”.

Δυο χεράκια πιασμένα
σε μια φούστα λιβάδι
ξωτικά στειρωμένα
τα χωρίζουν, κοπάδι.

Πάρτο, βάλε σφραγίδα
γράψ' το δω, στο κιτάπι
πόσο κάνει η ελπίδα;
που πουλάν την αγάπη;

Φυλακές, χειροπέδες
γκλομπ ασπίδα και κάσκα
καμεράντζες, λακέδες
και μι' ανθρώπινη μάσκα.

Καναπές και ντιβάνι
ότι το 'σωσαν λένε
θα μας πουν πόσα πιάνει;
τρέξτε, μάγισσες καίνε.

Μέρες πέρασαν λίγες
κι έχουν έρθει Χειμώνες
αγγελούδι που πήγες;
σε ξεχάσαν οι οθόνες.

Φωτογράφοι προκόβουν
δικηγόροι κερδίζουν
τα λουλούδια κι αν κόβουν
τα λουλούδια θ' ανθίζουν.

Στις αυλές με τα μάγια
ψάχνω χρόνια κι ακόμα
μια χλωμή κουκουβάγια
φτύνει μίσος στο χρώμα.

Μα μιλώντας μαζί τους
ίσως μπόρεσα να 'βρω
τη λευκή την ψυχή τους
μες στο δέρμα το μαύρο.



http://commons.wikimedia.org/wiki/File:A_gipsy_woman_with_her_child.JPG


Monday, October 28, 2013

Parades



Θριαμβικό

Φάλαγγες έκλεισαν τους δρόμους
να σουλατσάρουν τα γουρούνια
κασμίρι και χρυσό στους ώμους
και κάτι σκρόφες με τακούνια.

Τράγοι μιλούν για καλοσύνη
αίμα στο γένι τους ταγγιάζει
κράνη κι ασπίδες την ευθύνη
μόν' ο τυφλός να πλησιάζει.

Ο εργάτης πνίγει την οργή του
ψάχνει στο σπίτι του να πάει
τον περιμένει το παιδί του
ούτε και σήμερα θα φάει.

Πέντ' έξι μάσκες βρικολάκων
με φαρισαίου παρρησία
μες στις οθόνες των κοράκων
πρόστυχα κλέβουν μια θυσία.

Μπροστά τους τρέχουν τα κανόνια
που 'δωσαν τ' άγγιγμα του Μίδα
μα κάποια μέρα απ' τα μπαλκόνια
θα 'ρθουν τα βόλια καταιγίδα.


...κι αν δεν τους πολεμήσουμε λεύτεροι
τα παιδιά μας θα τους πολεμήσουν σκλάβοι...