Friday, November 23, 2012

Aegis


Λάμια

Ήτανε δυο και πολεμούσαν
κι όπως νικούσαν τα θεριά
δώδεκα σάλπιγγες ηχούσαν
ο χρόνος έτρεχε γοργά.

Χτυπούσ' εκείνος απ' τη δύση
κι εκείνη απ' την ανατολή
κι η κούραση ν' αποκοιμίσει
ερχόταν βράδυ την ψυχή.

Ήρθε μια μέρα κάποια λάμια
ήρθε να πάρει και τους δυο
ξύπνησαν πίσω από τα τζάμια
κι έβρεχε γύρω τους θαρρώ.

Κι όπως λαμπύρισαν τα μάτια
φωτιές τρυπήσαν τον καιρό
κράτησ' η λάμια τα παλάτια
κι οι δυο τους πέσαν στο γκρεμό.

Σ' ένα ψηλό βουνό στην Τροία
δυο ταξιδιώτες στη βροχή
βρήκαν καθείς μια πανοπλία
και δυο πετούσανε γυμνοί.

...για τη μάχη...

Friday, November 2, 2012

twilight



Συρανό

Τι ξιφομάχος, τι ειρμός και τι μεγάλη μύτη!
τάχα λογιέται άνθρωπος σε μακρινό πλανήτη;
δε θέλει να ξιφομαχεί, δε θέλει να νικήσει
φοβάται και να το σκεφτεί πως θα 'θελε να ζήσει.

Τι κι αν το ξίφος του τρυπά, οι μύγες δεν τελειώνουν
τα λόγια και τα βλέμματα πιότερο τον πληγώνουν
ποτέ του δεν κατάλαβε τι τάχα να 'χει φταίξει
αυτός που ντύνει μ' ομορφιά κάθε μικρούλα λέξη.

Σ' άθλια σοκάκια τριγυρνά, είναι αυτός κι εκείνοι
γυρνά το βλέμμα, κρύβεται, στόχο να μην τους δίνει
ο λόγος και το ξίφος του μπορεί να τους ντροπιάσει
μα στην ψυχή του λαχταρά μια μέρα να τους μοιάσει.

Μέσα στην δυστυχία του ήταν κι αυτό να γίνει
πως τόλμησεν ο φουκαράς και σκέφτηκε για κείνη
δε χρειαζόταν ο Κριστιάν στίχους ν' αποστηθίσει
ένας σαν είναι απ' τους πολλούς στο τέλος θα κερδίσει.

Ποτέ τους δε θα μάθουνε πως πέφτει στην παγίδα
όμως εγώ το Συρανό μες στην ψυχή μου είδα
να τρέχει και ν' αναζητά τρόπο να ταξιδέψει
σε μια πατρίδα διάφανη όνειρα για να κλέψει.


...καλά πως χτύπησε;

Thursday, October 18, 2012

sp



Βασιλιάς

Κατέβαινε στην αγορά
στη βόλτα, στην πλατεία
σκαρφαλωμένος στα γιαπιά
μετά στη μπυραρία.

Κι είχ' ένα γέλιο κοφτερό
-το λέγαν στα παλάτια-
κάθε π' απάνταγεν εχθρό
τον κάρφωνε στα μάτια.

Πέφταν ασπίδες και σπαθιά
και σβήναν τα φουρνέλα
χέρια σαν άπλωνε πλατιά
και σαν προσκάλει “έλα”.

Έφτασε η ξένη σιωπηλά
και στάθηκε ώρα λίγη
άκουε το γέρο να μιλά
για κείνον που 'χε φύγει.

Κι είχε σημάδι τον καιρό
στα μάτια τα μεγάλα
στα στήθια κόσμημα λαμπρό
που φώτισε τη σάλα.

Μη με ρωτάς για τον τρελό
της είπε πριν σωπάσει
έψαχνε να 'βρει ένα θεριό
που μόνος του είχε φτιάσει.

Άργησες κι έχει σφαλιστά
τα μάτια που γελούσαν
έλα και κάθισε σιμά
σ' αυτούς που τα μισούσαν.


http://en.wikipedia.org/wiki/File:Leonard_Nimoy_William_Shatner_Star_Trek_1968.JPG

...homo what?
 

Friday, June 22, 2012

la mirage

..ξέρω πως θα 'ρθεις Ylla...



Σ' Αγαπώ
Σ' αγαπώ και το ξέρω
αν στο πω θα τ' ακούσεις
στης καρδιάς μου τα φώτα
την ψυχή σου θα λούσεις.
Σ' αγαπώ και το ξέρω
αν στο πω θα τ' αντέξεις
θ' αρπαχτείς στα φτερά μας
θα ξεχάσεις τις λέξεις.


Σ' αγαπώ και το νιώθω
σαν με δεις δε θα φύγεις
σ' έχω δει στ' όνειρό μου
την κατάρα να πνίγεις
κι αν σε κάνω θεά μου
και γι’ αυτό δε σε φτάνω
θα σε βρω κάποια μέρα
σ' έναν Όλυμπο επάνω.

Σ' αγαπώ και διστάζω
να χυθώ να σε ψάξω
κι αν μου δείχνεις τ' αστέρι
δεν τολμώ να τ' αδράξω.
Κλείνω πάλι την πόρτα
τα παντζούρια μου κλείνω
μα στον κήπο τα φώτα
σ' αγαπώ και τ' αφήνω.

Ίσως είναι που βγήκα
μες στο φως και φοβάμαι
μήπως δεις τις πληγές μου
και ρωτήσεις που πάμε.
Ίσως είναι που θέλω
να γυρίσω σκιά σου
και τρομάζω να μείνω
να καώ στη φωτιά σου.

Σ΄ αγαπώ στο φεγγάρι
που μου φέγγει τα βράδια
μου χαρίζεις αχτίδες
να κεντώ τα σκοτάδια.
Σ' αγαπώ στ' όνειρό μου
που σε φέρνει κοντά μου
σ' αγαπώ σαν ξυπνήσω
στη φριχτή μοναξιά μου.

Σ' αγαπώ στο ποτάμι
που κυλά μες στο χώμα
είχα πιεί στην πηγή του
και σ' αγάπαγ' ακόμα
το 'χα πει στο βαρκάρη
και με γύρισε πίσω
κι αν δε σ' έβρω, κει κάτω
πες μου πως να γυρίσω;

Σ' αγαπώ γιατί ξέρω
πόσο δε σε γνωρίζω
πόσα χέρια θα κάψω
τα φτερά σου ν' αγγίζω.
Σ' αγαπώ γιατί τρέμω
σαν το φύλλο στ' αγέρι
που ποθεί να το πνίξει
το δικό σου το χέρι.

Σ' αγαπώ σε κουμπάκια
σ' αγαπώ στην οθόνη
στη σιωπή σου που πίνω
και ποτέ δεν τελειώνει.
Στο τηλέφωνο πάνω
που ποτέ δε σηκώνω
σ' αγαπώ στη φωνή σου
που στ' αυτιά μου σκοτώνω.

Σ' αγαπώ στη στολή μου
που κρατά τον αέρα
να φοβάμαι ν' ανοίξω
να βρεθώ στον αιθέρα.
Σ' αγαπώ στους φακούς μου
και στα πρίσματα πάνω
αγαπώ τις εικόνες
μα τη σάρκα δε φτάνω.

Σ' αγαπώ στα φτερά σου
που τα κρύβεις τη μέρα
όταν πέφτεις στο δρόμο
σαν πετάς στον αέρα.
Σ' αγαπώ στο φιλί σου
που το δίνεις με πάθος
με γραμμούλες και χρώμα
κι ας γνωρίζω το λάθος.

Σ' αγαπώ στον καπνό σου
που με πνίγει ένα βράδυ
στων αυτιών μου τις μύτες
που σ' ακούν στο σκοτάδι.
Σ' αγαπώ γι’ αυτό φύγε
σ' αγαπώ στο μαχαίρι
στη φαρέτρα που κρύβω
και μ' απλώνεις το χέρι.

Σ' αγαπώ γιατί πέφτεις
γιατί δίνεσ' ακόμα
στα σκαλιά και στα πάρκα
στης ασφάλτου το χρώμα.
Σ' αγαπώ στο φαρμάκι
στο στυφό σου το στόμα
σ' αγαπώ για το δάκρυ
πάνω στ' άψυχο σώμα.

Σ' αγαπώ στην οργή σου
που τυφλό με φωνάζει
στον κυκλώνα σου μέσα
στη βροχή, στο χαλάζι.
Σ' αγαπώ στη χωσιά μου
καρτερώντας τους δράκους
σαν τρομάξουν τη μάνα
να ματώσω μπροστά τους.
 
Σ' αγαπώ σαν αγρίμι
και τα πάντα θα δώσω
στης καρδιάς μου τα βάθη
τις νυχιές σου να νιώσω
κι αν κυλά μεταξύ μας
ένα μαύρο ποτάμι
με το αίμα θα βάψω
το πηχτό του κατράμι.

Αγαπώ τις οπλές σου
που στο μύθο καλπάζουν
θα κοπούν στο σπαθί μου
θηρευτές που σε σκιάζουν.
Μ’ αν στα μάτια με βλέπεις
και το μίσος σου πνίγεις
κάποια μέρα θα πέσω
κι έτσι πάλι θα φύγεις.

Σ' αγαπούσ' από τότε
που ξεκίνησ' ο χρόνος
έχω μάθει ν' αντέχω
το ξημέρωμα μόνος
κι αν το πάθος μου πνίγω
την καρδιά μου σπαράζω
σε μιαν έρημο μέσα
σ' α γ α π ώ σου φωνάζω.

Σ' αγαπώ και σε βρίσκω
σ' ένα κρύφιο σοκάκι
ο χλωμός πατριάρχης
σ' έχει γράψει στιχάκι
κι αν χωνέψαν οι αγγέλοι
στων ανθρώπων το σώμα
τ' ουρανού ταξιδιώτες
ίσως μείναμε ακόμα.

Σ’ αγαπώ και λυπάμαι
που θα φύγω πριν φέξει
μα καθώς θα κοιμάσαι
ίσως στείλω τη λέξη
κι όταν πιάνουν βροχούλες
θα σου φτιάχνω μια ρίμα
με γλυκές κουβεντούλες
στα φτερά και στο κύμα.

   


...η θα 'ρθω...

Friday, June 15, 2012

Hailstones




Λάζαρος

Ένα γέλιο βασίλεψε
κι η σιωπή με τρομάζει
μεσημέρι το ζήλεψε
στο γιαπί το χαλάζι.

 
15-6-2011
Μπράτσα τρέξαν, παλέψανε
σε μιαν άνιση μάχη
οι ελπίδες στερέψανε
κάποιος κόπηκε στάχυ.


Ένα γέλιο σαλπάρισε
κι ο νοτιάς το ' χει αρπάξει
χελιδόνι πετάρισε
πίσω δε θα κοιτάξει.


Μόν' η Λάχεση γύρισε
να χτυπά το κουδούνι
μαύρη πίσσα πλημμύρισε
στην αυλή στο καντούνι.


Ένα γέλιο που σώθηκε
θέλ' η γη συντροφιά της
κι η σελήνη διπλώθηκε

να κρυφτεί στη σκιά της.

Το θυμάμαι ξεχύνονταν
απ' τα μαύρα τα γένια
στις κολώνες τυλίγονταν
σαν κισσός σα γαρδένια.



...καλό ταξίδι...

Thursday, May 24, 2012

contractors

...όχι δεν έχω... κανείς μας δεν είχε ποτέ.
Τα σχέδια όμως δεν τα 'κανα μόνος.
Αν υπάρχουμε, είναι κακή δικαιολογία
για τι διαλέξατε...

  Adieu

  Και να που κρύφτηκα ξανά
  σε μονοπάτια σιωπηλά
  να μη με καταλάβουν
  αφού δεν είμαι σαν αυτούς
  που δεν ακούν τους στεναγμούς
  και τρέχουν να προλάβουν.

  Και να που έφτασ' η στιγμή
  που θα 'ταν το λεπτό βαρύ
  κι η ζυγαριά σου γέρνει
  χιμάει το ψέμα ξαφνικά
  παίρνει σκοτώνει τα φιλιά
  και την ψυχή μου παίρνει.

  Και να τα φώτα τα χλωμά
  κίτρινο βάφουν στη νυχτιά
  το βούρκωμα στα μάτια
  φθάνει επιτέλους το φιλί
  και την καρδούλα την τρελή
  μου τη σκορπά κομμάτια.

  Θα ψάχνω πάλι για να βρω
  αυτόν που ορίζει ως που πατώ
  και δε λυγά στο ψέμα
  σε ποιο στενό με καρτερά
  κι έχει της λήθης τα φτερά
  και της σιωπής το βλέμμα.

  Ψηλά ποτέ δε θα κοιτώ
  δε θα μιλώ στον ουρανό
  αστέρια να μου φέρει
  τ' όνειρο θα 'ναι μια αγκαλιά
  για να μου λέει πως μ' αγαπά
  κάποια που δε με ξέρει.

  Κι όταν πεθαίνω τις αυγές
  τις λίγες μέρες τις βουβές
  για συντροφιά μου θα 'χω
  τ' άλογο τούτο το μικρό
  που δε μ' ακούει σαν του μιλώ
  και δε γυρνά μονάχο.



...σκοτώθηκε και το μικρό μου άλογο...

Sunday, May 13, 2012

Στάχτη



Lo que allí dormita
http://en.wikipedia.org/wiki/Pan%27s_Labyrinth
no es humano

Στάχτη

Είναι για κείνη που πεινά
τη λυσσασμένη Λάμια
που στέλνω νύχτες τη φωτιά
στης όχθης τα καλάμια.

Να βρει της σφήκας τη φωλιά
την ώρα που κοιμάται
να σβήσει ο νους στη λησμονιά
εκείνα που θυμάται.

Να φέξει τις αχνές μορφές
να ζωντανέψουν πάλι
να διώξει τις αστροφεγγιές
να κάψει μιαν αγκάλη.

Να μου σκορπίσει τα γιατί
κι ούτ’ ένα μην αφήσει
να φτερουγίσει μια ψυχή
σα σπίθα και να σβήσει.

Κάποια του Μάη Κυριακή
θα ‘ναι καπνός να πνίγει
θα ‘ναι στη στάχτη μια γιορτή
κι ας έχω απ’ ώρα φύγει.


pero yo soy

Thursday, May 10, 2012

Cartero


Εικόνα ευγενική χορηγία του Allen Douglas


Αν είσαι διαφορετικός -το ‘μαθες πια, ζεις μ’ αυτό- δε σε θέλουν.
Αυτό δε σε πειράζει.
Κάποτε, έτσι αναπάντεχα, κάποιος σε θέλει γι’ αυτό που είσαι.
Γι’ αυτό το “εξαιρετικό” που είσαι.
Βαριούνται σύντομα οι θεατές -πότε ήρθανε;- και χάνεται μαζί τους.
Δε θα σου πει ποτέ ότι σε κορόιδεψε. Απλά ότι, όχι γιατί.
Το γιατί το ξέρεις. Μπορούσε.
Αυτό σε πειράζει...


Cartero

Δέρμα που το ‘ραψε κλωστή
λόγια βαριά σαν πέτρα
μέτρα, προστάζει μια φωνή
τα βήματα σου μέτρα.

Το χιόνι κρύβει τα στενά
ο λίβας τα στεγνώνει
μαύρα ρουμάνια σκοτεινά
κι η μέρα τα ματώνει.
Μονάχα ο χρόνος γελαστός
τρέχει μπροστά και γνέφει
ιδρώνει πίσω του ο πιστός
κι ο ξένος επιστρέφει.
Ο λύκος ρίχνει τ’ άλογο
τα μάτια το πιστόλι
η πείνα λύνει το ζυγό
τα λόγια καιν την πόλη.

Θα σε κεράσω τ’ Αι Γιαννιού.
Χίλιες φορές να φύγεις.
Κάψε το σπίτι τ’ αλλουνού.
Τις Κυριακές με πνίγεις.
Χάνετ’ Εκείνος πριν το φως
σαρώνει Αυτός που παίρνει
στ’ αστέρια ξάλαφρος, κενός
ο σάκος γυροφέρνει.

...ο Γολιάθ στέκεται και σε μένα μπροστά...

Thursday, April 26, 2012

time



...κι αν δεν το βλέπω...

Λουλούδι

Στης μοναξιάς μου την αυλή
σωπαίνει το τραγούδι
σαν πέφτει πάχνη την αυγή
φυτρώνει ένα λουλούδι.

Και μου’ χει πει για τη νυχτιά
και το πυκνό σκοτάδι
πως φτάνει πέλαγο η σκιά
και πνίγεται το χάδι.

Στης μοναξιά μου το βυθό
στα φύκια και στα χτένια
σε κάποιο βράχο σκοτεινό
ανθίζει μια γαρδένια.

Και μου ‘χει πει για τη σιωπή
κι ότι βροχή σα ρίχνει
πως πέφτει ξάφνου η αστραπή
που τις ψυχές μας δείχνει.

Στης μοναξιάς μου το βουνό
σ’ ένα νταμάρι γκρίζο
ριζώνει δίκταμο κρυφό
μα γω τ’ αναγνωρίζω.

 Και δε μισεί μήτ’ αγαπά
μον’ στέλνει τ’ άρωμα του
να μου φυτεύει στην καρδιά
τους στίχους του θανάτου.

http://en.wikipedia.org/wiki/Pan%27s_Labyrinth
..δε σημαίνει πως δεν είναι...

Wednesday, April 25, 2012

gallop


Ιδιότροπα άλογα (Βλαντιμίρ Βισότσκι) 1972
Ελεύθερη απόδοση στα Ελληνικά
αφίλητος
Σε μιαν άκρη αιώνιου τοίχου στα ριζά που σβήνει ο βράχος
μαστιγώνω τ' άλογά μου να καλπάσουν πλάι στο χάος
σ' αδειανά πλεμόνια χύνω άνεμου κι ομίχλης πιώμα
στου θανάτου το πηγάδι γίνετ' η ψυχή μου λιώμα.

Ξεκουράστε τις οπλές σας, ποιά φωνή σας φοβερίζει
μη τ' ακούτε το καμτσίκι σαν τ' αγέρι που σφυρίζει
άτια ζόρικα μου τύχαν το γινάτι κάνουν φίλο
με τραβούν απ' τη ζωή μου κι έχω στίχους ν' απαγγείλω.

Τ' άλογα θα ξεδιψάσω
τη στιγμούλα να προφτάσω
της στερνής μου ρίμας φίλος
θα σταθώ μπροστά στο χείλος.

Θα χαθώ, φτερό π' ανέμοι κάποιας θύελλας θα δείρουν
μ' άρμα σε χιονοστιβάδα μιαν αυγούλα θα με σύρουν
στο στερνό καλύβι δείχνει της ζωής το μονοπάτι
πιο σιγά, βραδυπορήστε κι ας φαντάζει σαν παλάτι.

Ξεκουράστε τις οπλές σας, ποιά φωνή σας φοβερίζει
κι ας πασχίζει το καμτσίκι, το ρυθμό μην καθορίζει
άτια ζόρικα μου τύχαν το γινάτι κάνουν φίλο
με τραβούν απ' τη ζωή μου κι έχω στίχους ν' απαγγείλω.

Τ' άλογα θα ξεδιψάσω
τη στιγμούλα να προφτάσω
της στερνής μου ρίμας φίλος
θα σταθώ μπροστά στο χείλος.

Φτάσαμε στη θεία αγκάλη π' αυστηρά το χρόνο ορίζει
κι η οργή σ' αγγέλων νότες αντηχεί και με φοβίζει
σαν καμπάνα μανιασμένη που συντάραξε το κλάμα
σαν φωνή μεσ' απ' τα στήθια, σταματήστε μ' ένα θάμα.

Ξεκουράστε τις οπλές σας, ποιά φωνή σας φοβερίζει
στέρεψαν τα παρακάλια, ποιός φτερά σε σας χαρίζει
άτια ζόρικα μου τύχαν το γινάτι κάνουν φίλο
στη ζωή που μένει πίσω το τραγούδι μου θα στείλω.

Τ' άλογα θα ξεδιψάσω
τη στιγμούλα να προφτάσω
της στερνής μου ρίμας φίλος
θα σταθώ μπροστά στο χείλος.

Τ' άλογα θα ξεδιψάσω
τη στιγμούλα να προφτάσω
σα μιας ρίμας έστω φίλος
μια στιγμή μπροστά στο χείλος.


Кони привередливые (Владимир Высоцкий) 1972

Вдоль обрыва, по-над пропастью, по самому по краю
Я коней своих нагайкою стегаю, погоняю...
Что-то воздуху мне мало — ветер пью, туман глотаю...
Чую с гибельным восторгом: пропадаю, пропадаю!

Чуть помедленнее, кони, чуть помедленнее!
Вы тугую не слушайте плеть!
Но что-то кони мне попались привередливые —
И дожить не успел, мне допеть не успеть.

Я коней напою,
я куплет допою —
Хоть мгновенье ещё постою
на краю...

Сгину я — меня пушинкой ураган сметёт с ладони,
И в санях меня галопом повлекут по снегу утром...
Вы на шаг неторопливый перейдите, мои кони,
Хоть немного, но продлите путь к последнему приюту!

Чуть помедленнее, кони, чуть помедленнее!
Не указчики вам кнут и плеть!
Но что-то кони мне попались привередливые —
И дожить не успел, мне допеть не успеть.

Я коней напою,
я куплет допою —
Хоть мгновенье ещё постою
на краю...

Мы успели: в гости к Богу не бывает опозданий.
Так что ж там ангелы поют такими злыми голосами?!
Или это колокольчик весь зашёлся от рыданий,
Или я кричу коням, чтоб не несли так быстро сани?!

Чуть помедленнее, кони, чуть помедленнее!
Умоляю вас вскачь не лететь!
Но что-то кони мне попались привередливые...
Коль дожить не успел, так хотя бы — допеть!

Я коней напою,
я куплет допою —
Хоть мгновенье ещё постою
на краю...

...θα σας πω μια μέρα για το μαύρο μου άλογο...

Monday, April 23, 2012

Lison


...mais, maintenant, tous les appareils télégraphiques de la ligne tintaient...


Σταθμό σταθμό, καρέ καρέ
μαντέμι κουρασμένο
βρήκα μια κούνια στο κουπέ
άδεια, να γράφει «ξένο».

Νερό και κάρβουνο κι οργή
μια μνήμη κορεσμένη
ποιος να θυμάται την αρχή
ποιος τάχα περιμένει.

Ψυχές οι ράγες και βογκούν
πάνω στο πεπρωμένο
μου λένε μια και μια σιωπούν
πως είμαι εγώ το τρένο.

Και μια μονάχη αλλοτινή
να μ’ αγαπά σαν κλέφτη
πετώ τ’ ασήμι στη γραμμή
κι αυτή μπροστά μου πέφτει.

Χτυπώ βαριά της μηχανής
το σύνδεσμο να λύσω
μ’ αυτή κρυφά μ’ ακολουθεί
σ’ έναν καθρέφτη πίσω.

Σε κάτι γέφυρες παλιές
φαντάσματα στο χρόνο
να μου στυλώνει τις γραμμές
έξω από νου και νόμο.

Δίχως τους μηχανοδηγούς
τους θερμαστές μου δίχως
τα μάτια τσούξαν στους καπνούς
τ’ ατμού μιλά ο ήχος.

Μιλούν οι σύρτες κι οι τροχοί
ο λέβητας μιλάει
λεύτερα λύκος οδηγεί
«ποιος είμαι;» με ρωτάει.

Κι εκεί στο βάθος δυο δοκοί
καρφώνουν σάπιο τέρμα
ίλιγγου τρέλα ν’ αντηχεί
το γέλιο δίχως έρμα.

Αγκομαχά μια μηχανή
σε κάποιο σώμα τρένο
είσαι του κάρβουνου ψυχή
και στο γκρεμό πηγαίνω.

Άδικη τσίριξαν στριγκλιά
στο λύσιμο τα φρένα
λέω ν’ αλλάξω την τροχιά
ν’ αλλάξω τα γραμμένα.

...Jacques, ayant compris que la Lison n'était plus...


Friday, April 20, 2012

Reverse gear


...i thought of his wonder
when he first saw the light...


Κρύο


  Να 'βρισκα τάχα το σκαρί
περισσότερα...
  να το περιδιαβαίνω
  καβάλα πάνω στο φαρί
  ποτέ δε μ' είπες ξένο.

  Να 'ταν κι η νύχτα στοργική
  να μ' έπαιρνε κοντά της
  θα μ' έψαχνε άδικα η αυγή
  κρυμμένο στον οντά της.

  Γαλάζια εσύ σαν ουρανός
  εικόνα που θαμπώνει
  θα μένω πάντα σκοτεινός
  κι έν' άστρο θα ματώνει.

  Ως να 'ρθει κάποιος μια νυχτιά
  με τ' άλογο το μαύρο
  για να μου πει ψιθυριστά
  πως δε θα σε ξανάβρω.
 
  Να σου 'χα πει το μυστικό
  πριν φύγεις και το πνίξω
  καρτέρι να 'βρω σκοτεινό
  μια μαχαιριά να ρίξω.

  Απόψε στ' όνειρο αντηχεί
  η κουρασμένη δυο
  και μια ρωγμή σ' ανησυχεί
  θα κάνει πάντα κρύο.

  Άναψαν πέρα όπως παλιά
  στον ουρανό τα φώτα
  να 'καιγα θεέ μου τα πανιά
  να μη σε δω σαν πρώτα.


 ...wasn't green though. Red i think or maybe blue...


Tuesday, April 17, 2012

Box five


...are you the angel of music?

 Erik 

Σε φέραν όνειρα και μια φωνή
βαθιά στεντόρεια μελωδική
και κάποι’ αχνή μορφή με κυβερνά
σα νότα που ξεχάστηκε να ζει
στο νου βαθιά.  

Κρυφά περάσματα βαθιές στοές
φεγγίζουν πλάσματα στις αστραπές
στρατιές που σέρνονται σ’ έναν πυρσό
στο ντόμινο θα κρύψω την πληγή
και στον αυλό.

Μυρίζω θάνατο σκορπάς ζωή
ραγίζει τ’ άβατο ξεπά η φωνή
χρυσό κι αμέθυστο να με κρατάς
στο πλήθος, στην ορχήστρα, στο φιλί
να μ’ αγαπάς.  

Τα χείλη πίνουν το σκοτάδι
το μίσος πνίγεται στο χάδι. 


Σε παίρνει ο άνεμος ξανά στο φως
νερό στη λίμνη μου κυλά ο ρυθμός
ο χρόνος χάθηκε μα θα σε βρω
στη χούφτα μου, στο χώμα, στη γιορτή
στο φυλαχτό.

Οι μουσικές φτεροκοπούν
πέταξε νότα της νυχτιάς.

 
 ...whom he could love and take out on Sundays...

Friday, April 13, 2012

Secretos y Ojos


...you can't just bring the past through...





Πασχαλινά ποτάμια
  
Δυο ποτάμια φουσκωμένα
δυο Πασχαλινά ποτάμια
παρασέρνουνε και μένα
κι όλο ψάχνω για μια λάμια.

Μια βουλιάζω, μια φοβάμαι
μια γυρεύω να πνιγώ
όλο λύσσα τη θυμάμαι
να φωνάζει να σωθώ.

Τις ψυχές μας κυριεύει
μαύρη λάμια μοχθηρή
τα ποτάμια μας ζηλεύει
και στερεύει την πηγή.

Ένα δίχτυ θα της ρίξω
θα τη σύρω στο γκρεμό
μια ψυχή θα της αρπάξω
δε με νοιάζει κι αν χαθώ.

Γιατ' αν πέσει στον Καιάδα
θα κερδίσω δυο ζωές
μια στα χέρια σου λαμπάδα
μια που ξέχασα στο χτες.

Θα σταθώ μπροστά στη λάμια
της Ανάστασης το δείλι
με τα νύχια και τα δόντια
για τ' αστέρι που' χω φίλη.


...but of course you can...

Friday, April 6, 2012

Στον απόηχο

...I 'll take the point...


Μετερίζι

Τα βράδια ανοίγουν ένα τάφο
βγαίνει έν' αγρίμι και βρυχάται
τις μέρες πρόσωπ' αντιγράφω
στον ήλιο κρύβεται, φοβάται.

Τα βράδια σχίζονται τα στήθια
βουβή κραυγή του Προμηθέα
τις μέρες γίνηκε συνήθεια
η μεζονέτα μας κι η θέα.

Τρέχουν του κάκου οι πεθαμένοι
φωνάζουν ζω, είμαι, κοιτάξτε
τρέχει το φως, τους προλαβαίνει
μπείτε στα σπίτια και λουφάξτε.

Τρέχω κι εγώ πίσω απ' τ' αγρίμι
ποιος είσαι, πες μου, του φωνάζω
ίχνη ζητώ στο καλντερίμι
χωρίς να ξέρω να διαβάζω.

Καλά κρατεί το μετερίζι
δίχως τουφέκια και παλάσκες
κόντρα σ' αυτόν που μας ξεσχίζει
φέγγοντας τις νεκρές μας μάσκες.

...την τρόικα ποιός την κυβερνάει;..

Tuesday, April 3, 2012

Terminal velocity

Στ' αλήθεια δε σκεφτόμουν Γιάννη Ρίτσο,
αν έγινε κάτι είναι ακούσιο.


Κλωστή


Στο πέσιμο μου το βαθύ
μ’ άρπαξε ξάφνου μια κλωστή
και με στριφογυρίζει
εκεί που σφίγγει και πονά
και για δικό της με τραβά
εκεί ξεφτά και τρίζει.

Ξεστρίβει, σφίγγεται ζερβά
και μου ματώνει την καρδιά
στου θάνατου το μαύρο
κι έπειτ’ αντίθετα γυρνώ
κι αυτό το μαύρο τ’ αγαπώ
κι αιτία ψάχνω να ‘βρω.

Κι ότε γυρίσω τις βραδιές
απ’ τις παλαίστρες τις παλιές
με πονεμένα χέρια
κοιτώ ψηλά προς την κλωστή
εκεί που χάνετ’ η αρχή
εκεί που ζουν τ’ αστέρια.

Πίσ’ απ’ το μαύρο της νυχτιάς
φυσά ένας άλικος βοριάς
γλιστρά βαθιά το κήτος
κι αν στα στενά, δε φοβηθώ
δόντια και στόματα και μπω
θα ‘ναι η κλωστή μου μίτος.

Στο πέσιμο μου το βαθύ
παίζει θαρρείς μια μουσική
στις νότες λέξεις κρύβει
μου λέει θα σβήσω σαν πιαστώ
μου λέει να πέφτω να σωθώ
και το μυαλό μου στίβει.

αφίλητος


...το καλό μ' Εκείνον είναι πως πάντα έρχεται...
...ποτέ δε φεύγει...

Sunday, April 1, 2012

Σβήστρες και μολύβια




Ποιό κουμπάκι είναι;
Αριστερό η δεξί;
Έσβησε...

Χάρη

Απόψε ζήτησα μια χάρη
κι έγινε σκιάχτρο το φεγγάρι
γέμισε τη νυχτιά μου δίνες
το ‘κλεισα πίσω απ’ τις κουρτίνες.

Έφυγε ο Πήγασος το δείλι
μου ‘κλεψε λόγια που ‘χες στείλει
πήρε τα μάτια τους αχάτες
τρόχαλα μου ‘σπειρε τις στράτες.

Μέσα στ’ ανήλιο μου συρτάρι
είχα κρυμμένο τ’ ανοιγάρι
κι όπως γυρνά στην κλειδωνιά του
με πασπαλίζει τη σκουριά του.

Το ‘ στριψα μια πριν από χρόνια
και ξεχυθήκαν τα τελώνια
τρίζει του χρόνου το ντουλάπι
στην Τροία δε μιλούν γι’ αγάπη.

Απόψε ζήτησα μια χάρη
στα μάτια που ‘βλεπε τον Πάρη
να μην κοιτάξει τρομαγμένη
και δει το φάντασμα η Ελένη.

Να μείνει πίσω να νομίζει
να χάνει τάχα, να κερδίζει
κι εγώ να μείνω αράδες λίγες
στρωμένες σε γαλάζιες ρίγες.

Να ‘ρθει ο βοριάς και να σαρώσει
φιλιά και χάδια που ‘χε δώσει
να ‘ρθει η βροχή να τα ξεπλύνει
και γι’ αύριο τίποτα μη μείνει.

Να γίνει κάτι αυτό το βράδυ
και να νικήσει το σκοτάδι
να πάψουν να κοιτούν θλιμμένα
δυο μάτια που ‘ρθαν απ’ τα ξένα.

Απόψε ζήτησα μια χάρη
που μου χρωστά το μαξιλάρι
ήρθαν οι φίλοι που ‘χω χάσει
κι Εκείνος μ’ έχει πια ξεχάσει.

αφίλητος

...θέλω να ζητήσω
όχι χάρη όμως...

Thursday, March 29, 2012

copos

...άφησα τότε το σχοινί. Κανονικά σε ένα μέτρο το πολύ
έπρεπε να υπάρχει πάτωμα.
Άρχισα να πέφτω χωρίς σταματημό.
Μόνο το πρώτο δευτερόλεπτο φοβήθηκα. Ήξερα έπειτα πως δεν υπάρχει τέρμα.
Κρίμα που ήταν όνειρο...
Κρατιέμαι κάμποσο καιρό απ' το σχοινί.
Όχι που κουράστηκα μα... σκέφτομαι να τ' αφήσω


Χιόνι

Μια μέρα βγήκα στον καιρό
στου Φθινοπώρου το φευγιό
σ’ ένα μπαλκόνι
της χειμωνιάς τον ερχομό
είδα σαν όνειρο τρελό
κι έριχνε χιόνι.
Νιφάδες σπίθες σα φωτιά
Καλοκαιράκι του χιονιά
μες στη λιακάδα
και το βραδάκι σα σκιές
φθάσαν τριγύρω μου ψυχές
απ’ τον Καιάδα.
Ύστερ’ αρχίνησε γιορτή
και μου μιλούσε μια ψυχή
για κάποιο τάμα
χέρι’ απλωνόταν να τραβούν
σπαθιά χτυπούσαν να κοπούν
κι ούτ’ ένα κλάμα.
Βγαίναν φωνές απ’ τη σιωπή
στις λέξεις και στη μουσική
να με πηγαίνουν
μου ‘δωσαν λέει δυο φτερά
μου ‘παν και τα ‘κρυψα καλά
να με ζεσταίνουν.
Κι έπεφτα δίχως αφορμή
μαύρο πηγάδι και βαθύ
δίχως να φτάνω
στάθηκε ο χρόνος μ’ ένα φως
φάνηκε κάτ’ ο ουρανός
κι έγινε πάνω.
Στα πόδια μου έτρεμε η στεριά
κόκκινο χρώμα πυρκαγιά
και μια πηγούλα
σε κάποια πόλη στο βορρά
μου γέλασε η πρωτοχρονιά
κι ήρθ’ η αυγούλα.
Μια μέρα μπήκα στον καιρό
όνειρο γίνηκε τρελό
έριχνε χιόνι
πως οι νιφάδες οι λευκές
ήτανε λέει προσευχές
κι εκεί τελειώνει.

αφίλητος


 ...δε με στοιχειώνει Εκείνος
μα όσοι έχει πάρει...